Διαχείριση της αρχαιότητας
Μοιάζει ο σημερινός τίτλος να δραπέτευσε από βαρετό ακαδημαϊκό μάθημα. Βγαίνει όμως κατ’ ευθείαν από τη ζωή. Και μάλιστα από τη ζωή άλλων πολιτισμών. Πριν από λίγες ημέρες ο εκπρόσωπος του ΥΠΕΞ του Ιράν (όπου οι διαφωνούντες συνεχίζουν να είναι στόχος), βασισμένος σε αρχαίες ελληνικές πηγές και απευθυνόμενος στον πρόεδρο Τραμπ, του θύμισε τη μοίρα του Κράσσου όταν συνετρίβη και έχασε τη ζωή του στην απρόκλητη επίθεση που έκανε εναντίον των Πάρθων, τους οποίους αναγνωρίζει ως προγόνους των σημερινών Ιρανών. Μια μεγάλη αλλαγή γιατί, ίσως λόγω και της απέχθειας προς το αρχαιομανές καθεστώς του Σάχη με αποκορύφωμα τη χλιδή των κιτς εορτασμών της Περσέπολης, η Ισλαμική Δημοκρατία δεν συμπαθούσε το αρχαίο παρελθόν.
Η δεύτερη πρόσφατη αναφορά σε αρχαίο ελληνικό κείμενο ανήκει στον Κινέζο πρόεδρο Σι. Στον διάλογό του με τον πρόεδρο Τραμπ αναφέρθηκε σε χωρίο του Θουκυδίδη, όπου ο ιστορικός αναλύει τα αίτια του Πελοποννησιακού Πολέμου υποστηρίζοντας ότι το βασικό ήταν ο φόβος: Ενας φόβος μεταξύ Σπάρτης και Αθήνας, που υποδαυλίστηκε και από άλλες πόλεις που είχαν ταχθεί με τον έναν ή τον άλλο διεκδικητή της πανελλήνιας εξουσίας. Χωρίο που θεωρητικοποιήθηκε, διαβάσαμε, από τον G. Allison, ο οποίος ονόμασε το καταστροφικό αυτό φοβικό σύνδρομο «παγίδα του Θουκυδίδη». Με αυτό το παράδειγμα ο Σι μοιάζει επίσης να υπογραμμίζει δύο πράγματα: ότι κάθε ενδεχόμενος πόλεμος είναι εμφύλιος και ότι τα αίτια των πολέμων δεν είναι αμιγώς οικονομικά.
Στη σημερινή ελληνική πολιτική σκηνή οι αναφορές στην αρχαιότητα, όταν δεν πάσχουν από αρχαιοπληξία, περιορίζονται σε ελάχιστα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, ανάμεσά τους η «θυσία», από αρρενωπές ως επί το πλείστον «Ιφιγένειες». Στα καλλιτεχνικά πράγματα η αναφορά στην αρχαιότητα με ή χωρίς τις φουτουριστικού τύπου κραυγές καταστροφής της, θεωρητικές και πρακτικές, είναι κοινός τόπος. Πρόσφατο παράδειγμα το «αλυσοδεμένο» ελληνικό περίπτερο του Ανδρέα Αγγελιδάκη στην αποκαλυπτική για την ιστορική στιγμή που ζούμε Μπιενάλε της Βενετίας που δηλώνει πως έχει αναφορά το πλατωνικό Σπήλαιο.
Ο σκληρός αυτός μύθος του φιλοσόφου, που στην Πολιτεία του εξόρισε το μυθώδες, αλλά πρότεινε άλλους δύο μύθους, του Γύγη και του Ηρός του Παμφυλίου -επίσης σημεία αναφοράς για τη ζωή μας-, επικεντρώνεται στις περιπέτειες του βλέμματος για τον εαυτό μας και την κοινωνία: Στον ανοίκειο αυτόν χώρο με τους εκ γενετής αλυσοδεμένους δεσμώτες, τα συμβάντα παράγονται από σκιές και αντηχήσεις, ενώ το μονότονο παιχνίδι των ακίνητων ανθρώπων περιορίζεται στο να βρίσκουν τη σειρά με την οποία εμφανίζονται οι σκιές στους τοίχους της σπηλιάς. Μέχρι να βρεθεί αυτός που θα δραπετεύσει από το σπήλαιο. Από όσα διαβάζω για τη νέα του εκδοχή στην Μπιενάλε, αναρωτιέμαι τι απομένει από αυτήν την αδυσώπητα κατακερματισμένη ανθρωπογεωγραφία. Πού είναι οι άνθρωποι που ζουν με τις σκιές πριν να γίνουν οι ίδιοι σκιές; Γιατί τόσα αντικείμενα και ιδεολογήματα; Γιατί τόσοι παράπλευροι στόχοι που συσκοτίζουν τον κεντρικό που δηλώνει ο καλλιτέχνης; Μόνο όταν ο κόσμος αδειάζει από τους θορύβους αναδύεται το ανθρώπινο.











