Ο «γαλάζιος» ευτελισμός ενός κορυφαίου θεσμικού ζητήματος

Η «Εφ.Συν.» ξετυλίγει το κουβάρι της διαδικασίας που εκκινεί η κυβέρνηση με σκοπό να θεσμοθετήσει μια σειρά από συντηρητικές πολιτικές και να οχυρώσει το νεοφιλελεύθερο μοντέλο.

Στην άτυπη έναρξη της μακράς προεκλογικής περιόδου, εν μέσω «σκοτεινών» υποθέσεων, ακρίβειας και «γαλάζιας» γκρίνιας, το Μαξίμου εκκινεί τη διαδικασία για την πέμπτη συνταγματική αναθεώρηση της Μεταπολίτευσης με υψηλή στόχευση, αλλά καμία πιθανότητα συναίνεσης -τουλάχιστον στα κρίσιμα- στην τρέχουσα προτείνουσα Βουλή.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατηγορείται ήδη από τους πολιτικούς του αντιπάλους αλλά και έγκριτους αναλυτές πως, με τις αλλαγές που προωθεί στον καταστατικό χάρτη της χώρας, επιχειρεί στο τέλος της δεύτερης τετραετίας του να θωρακίσει και μέσα από το συνταγματικό κείμενο το νεοφιλελεύθερο μοντέλο διακυβέρνησης που ακολουθεί (π.χ. προτάσεις για τα άρθρα 16, 103, 79, 24, 17, 78) έως και να διασφαλίσει οιονεί στην παράταξή του το πλεονέκτημα -με τα τωρινά δεδομένα- στην εξουσία (ακραίο παράδειγμα στο πλαίσιο των προτάσεων για το εκλογικό σύστημα, ο έλεγχος των προϋποθέσεων συμμετοχής των κομμάτων στις εκλογές από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο).

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης εκπλήσσονται με την «παραδοξότητα» της εισήγησης της κυβέρνησης, καθώς ισχυρίζονται πως κατά τη διάρκεια της επταετούς θητείας της έχει παραβιάσει οριζοντίως και καθέτως τις περισσότερες πτυχές του κράτους δικαίου. Απολύτως ενδεικτική, η αποστροφή του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ Παύλου Γερουλάνου πρόσφατα στην Ολομέλεια, όταν σχολίασε πως η Ν.Δ. συνέταξε το «πιο ανήθικο κείμενο προσπάθειας πολιτικού gaslighting στην ιστορία της χώρας»…

Το ΠΑΣΟΚ έχει ήδη τορπιλίσει τις φιλοδοξίες του πρωθυπουργού, καθώς η Χαρ. Τρικούπη προσέρχεται μεν στη συζήτηση με το συγκεκριμένο πλαίσιο που ανακοίνωσε προ ημερών (σ.σ. σχολιάζεται ως «άνευρο» και αμήχανο στα πηγαδάκια της Βουλής, όχι μόνο από εκπροσώπους της κυβερνητικής πτέρυγας αλλά και ομοτράπεζους), με την ξεκάθαρη θέση ωστόσο πως δεν προτίθεται να παραχωρήσει σε καμία πρόταση τις απαραίτητες, από την πτέρυγα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ψήφους ώστε να δοθεί «πράσινο φως» στα σχέδια της κυβέρνησης. Προς επίρρωση ζητεί, μάλιστα, την αναθεώρηση του άρθρου 110 (που διέπει την κορυφαία διαδικασία) προκειμένου η πλειοψηφία των 3/5 να καθίσταται υποχρεωτική στην αναθεωρητική Βουλή. Αντίστοιχες προθέσεις εκφράζει ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. δηλώνοντας πως δεν πρόκειται να συναινέσει στην κατοχύρωση του αντικοινωνικού «επιτελικού» κράτους Μητσοτάκη, ούτε καν να επιτρέψει να πέσει το Σύνταγμα θύμα του επικοινωνιακού του σχεδίου. Η Νέα Αριστερά κάνει λόγο για εξόφθαλμα αντιδραστικές στρατηγικές επιλογές, ενώ το ΚΚΕ σχολιάζει πως η κυβέρνηση επιδιώκει με «συνταγματική βούλα» να εντείνει την αντιλαϊκή της πολιτική.

Εν τούτοις, ο πρωθυπουργός θεωρεί -όπως σημείωνε και στην επιστολή του προς την Κ.Ο. της Ν.Δ. τον περασμένο Φεβρουάριο- την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση μεγάλη ευκαιρία για «ένα νέο, σύγχρονο και άρτιο υπόδειγμα διακυβέρνησης» που θα οδηγήσει τη χώρα προς μια λειτουργική δημοκρατία στο ύψος των προκλήσεων της εποχής.

Στο σημερινό πολιτικό περιβάλλον θεωρούνται δεδομένες οι σφοδρές συγκρούσεις στην αρμόδια επιτροπή (διακομματική και πολυάριθμη) της Βουλής που συγκροτείται αυτές τις ημέρες -προκειμένου να ξεκινήσει τις εργασίες της στο τέλος του μήνα- με την αντιπαράθεση να κορυφώνεται στα ζητήματα υψηλού φορτίου (ιδιωτικά πανεπιστήμια, μονιμότητα στο Δημόσιο, ποινική ευθύνη υπουργών, επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, εκλογικό σύστημα, επενδύσεις, ιδιωτικοποίηση δημόσιων αγαθών) και τις διαφορές των κομμάτων να προβάλλονται σε σκληρούς προεκλογικούς τόνους.

Υπενθυμίζεται ότι:

Η προτείνουσα Βουλή επιλέγει τα άρθρα και η επόμενη αναθεωρητική -αφού μεσολαβήσουν εκλογές- διαμορφώνει το περιεχόμενό τους. Αν ένα άρθρο καταστεί αναθεωρητέο με 180 ψήφους στην πρώτη, απαιτούνται 151 για την αλλαγή του στη δεύτερη και το αντίστροφο. Η Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος που επεξεργάζεται το υλικό, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας (συνήθως δύο ή τριών μηνών) υποβάλλει την έκθεσή της στην Ολομέλεια που θα λάβει και την απόφαση για τα αναθεωρητέα άρθρα με δύο ονομαστικές ψηφοφορίες, με απόσταση τουλάχιστον ενός μήνα μεταξύ τους.

Οι διατάξεις που δεν θα συγκεντρώσουν 151 ψήφους σε καμία από τις δύο ψηφοφορίες απορρίπτονται. Στην επόμενη Βουλή που θα προκύψει μετά τις εκλογές θα συγκροτηθεί εκ νέου αρμόδια επιτροπή που θα παραλάβει τα υπό αναθεώρηση άρθρα και θα ορίσει το περιεχόμενό τους. Η απόφαση θα ληφθεί από την Ολομέλεια με ονομαστική ψηφοφορία (απαιτούνται 180 ψήφοι για τα άρθρα που στην προτείνουσα έλαβαν 151 και 151 για τα άρθρα που συγκέντρωσαν τουλάχιστον 180).

Οι αλλαγές του Συντάγματος

Το Σύνταγμα τροποποιήθηκε τέσσερις φορές μετά το 1975:

1986

Η πρώτη αναθεώρηση, συγκρουσιακή και με επίκεντρο τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αναθεωρήθηκαν 11 άρθρα (31, 32, 35, 37, 38, 41, 42, 43, 44, 47, 48). Ενισχύθηκε το κοινοβουλευτικό σύστημα. Εγκρίθηκε η μεταφορά του κειμένου του Συντάγματος στη δημοτική γλώσσα.

2001

Συναινετική (από τα 4/5 των βουλευτών) και ευρύτατη, με στόχο την εναρμόνιση στις εξελίξεις στην Ε.Ε. Αναθεωρήθηκαν συνολικά 79 άρθρα. Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, κατοχύρωση των πέντε Ανεξάρτητων Αρχών, τροποποίηση του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών (σύσταση προανακριτικής – σύντομη αποσβεστική προθεσμία), επαγγελματικό ασυμβίβαστο για τους βουλευτές, εκλογικό σύστημα, κανόνες διαφάνειας για τα ΜΜΕ κ.ά.

2008

Εξαιρετικά περιορισμένη, με τροποποίηση μόνο τριών άρθρων (57, 79 και 101). Κατάργηση του ασυμβίβαστου των βουλευτών, διευκόλυνση του ελέγχου και της εκτέλεσης του προϋπολογισμού, μέριμνα για τις ανάγκες των νησιωτικών και ορεινών περιοχών.

2019

Τροποποιήθηκαν εννέα άρθρα (32, 54, 62, 68, 73, 86, 96, 101 και 115). Αποσύνδεση της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής, κατάργηση της σύντομης αποσβεστικής προθεσμίας για την ποινική ευθύνη υπουργών, κατοχύρωση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, δυνατότητα στη μειοψηφία της Βουλής για συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής, διευκόλυνση της ψήφου των αποδήμων.

Τα άρθρα που ήδη έχουν καταστρατηγηθεί από το Μαξίμου τώρα κινδυνεύουν να καταργηθούν «με τη βούλα»

Οι θεσμικές αλλαγές που προτείνει η Ν.Δ.

Με προτάσεις που αφορούν 30 από τα 120 άρθρα του Συντάγματος στρώνει η κυβερνητική πλευρά το τραπέζι της αρμόδιας, για την αναθεώρηση, κοινοβουλευτικής επιτροπής που θα λειτουργήσει προσεχώς με διακομματική σύνθεση. Στον πυρήνα του πλαισίου που θέτει στη διαβούλευση τοποθετεί, όπως είναι γνωστό, την τροποποίηση του εμβληματικού άρθρου 16 ώστε να κλειδώσει και συνταγματικά η λειτουργία των ιδιωτικών πανεπιστημίων στη χώρα μας, την άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο, την κατάργηση των προανακριτικών επιτροπών της Βουλής, την αλλαγή του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, τον δημοσιονομικό «κόφτη».

Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας εισηγείται ακόμη την αναθεώρηση του άρθρου 29 του Συντάγματος και την πλήρη αλλαγή του πλαισίου της νομιμότητας των κομμάτων, εξαετή αποκλειστική θητεία για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, αλλαγές στο εκλογικό σύστημα, ενώ παράλληλα περιλαμβάνει προσθήκες για την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική κρίση και την προσιτή στέγη.

Οπως και για την «αποκάθαρση» και τον «εξορθολογισμό» των ΜΜΕ – που χρειάζεται οπωσδήποτε αποσαφήνιση.

Ειδικότερα:

● Στο άρθρο 16 που θωρακίζει τον δημόσιο χαρακτήρα των ΑΕΙ ορίζοντας ότι η Ανώτατη Εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα ΝΠΔΔ και ότι η σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται, η Ν.Δ. τούς ανοίγει την πόρτα, προβλέποντας δυνατότητα παροχής Ανώτατης Εκπαίδευσης από τα «Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης» (ΝΠΠΕ) που νομοθετήθηκαν το 2024 και τα οποία «μπορεί να έχουν δημόσιο ή μη κρατικό/μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα με πλήρη αυτοδιοίκηση, υπό την εποπτεία ανεξάρτητης αρχής και υπό τον όρο διασφάλισης υψηλού επιπέδου των παρεχόμενων σπουδών».

Σημειώνεται ότι στο ίδιο άρθρο (που καλύπτει τους τομείς της παιδείας, της επιστήμης και της τέχνης) η «γαλάζια» πτέρυγα εισηγείται α) την αύξηση των ετών υποχρεωτικής φοίτησης σε 11, το λιγότερο, από τα εννέα που είναι σήμερα, β) προστασία της ελληνικής σημαίας ως συμβόλου του ελληνικού έθνους και πολιτισμού, και γ) κρατική μέριμνα για την προστασία και τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας.

● Στο άρθρο 103 (για την υπηρεσιακή κατάσταση των οργάνων της διοίκησης) η παρέμβαση στοχεύει ουσιαστικά στην άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων μέσω της αξιολόγησης. Προτείνεται, έτσι, σύστημα με επιβραβεύσεις και ποινές που μπορεί να φτάνουν σε οριστική παύση με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου. Στο επίπεδο της αξιολόγησης προβλέπεται η συμμετοχή του ΑΣΕΠ, όπως και ο παράγοντας της αμφίδρομης κρίσης (από υφισταμένους προς προϊσταμένους και από τους πολίτες προς όλους).

● Στο άρθρο 86 (περί ποινικής ευθύνης υπουργών) η Ν.Δ. εισηγείται τον περιορισμό του ρόλου του Κοινοβουλίου στον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας, με την κατάργηση της αρμοδιότητας για σύσταση προανακριτικής επιτροπής. Η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης εναποτίθεται σε εισαγγελέα Εφετών και η πρόταση άσκησης δίωξης σε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και η τελική απόφαση για δίωξη στη Βουλή με ονομαστική ψηφοφορία και απόλυτη πλειοψηφία. Ως εναλλακτική, αναφέρεται η προαξιολόγηση τυχόν ποινικής ευθύνης υπουργών (εν ενεργεία ή πρώην) από «μικτό δικαστικοπολιτικό όργανο».

● Στο άρθρο 90 (για τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης) προτείνεται αλλαγή που μεταφέρει την αρμοδιότητα για την επιλογή των ηγεσιών του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου από το υπουργικό συμβούλιο σε ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή. Η κρίση για τις προαγωγές στις θέσεις των ανώτατων δικαστών προβλέπεται να προκύπτει από κατάλογο των αρχαιότερων (τριών για κάθε θέση) που θα διαμορφώνεται από τις ολομέλειες των ανώτατων δικαστηρίων, χωρίς κυβερνητική εμπλοκή.

● Στο άρθρο 79 (που εντάσσεται στο κεφάλαιο του Συντάγματος για τη δημοσιονομική διαχείριση και τη φορολογία) εισάγεται η ρητή διατύπωση πως «ο προϋπολογισμός οφείλει να διασφαλίζει τη δημοσιονομική ισορροπία μεταξύ εσόδων και εξόδων και τη βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία».

Επιπλέον, το κυβερνητικό κείμενο περιλαμβάνει συνταγματική πρόβλεψη για την AI (εισάγεται ως νέο 5 Β στο άρθρο για το δικαίωμα στην πληροφόρηση), για την προστασία του δημοσιογράφου και έναντι του εργοδότη του (άρθρα 14 και 15), όπως και για το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής, την προστασία των ζώων (άρθρο 24).

● Στο ίδιο άρθρο, υπάρχει η αναφορά για «αποτελεσματική διαχείριση των υδάτινων πόρων» που προκαλεί σωρεία αντιδράσεων στην αντιπολίτευση για εμπορευματοποίηση και των δημόσιων αγαθών, όπως και για ενίσχυση των ΑΠΕ.

● Στο άρθρο 17 που σχετίζεται με την προστασία της ιδιοκτησίας και την απαλλοτρίωση προτείνεται συνταγματική κατοχύρωση για την προστασία -εκτός της ιδιοκτησίας- και της περιουσίας (μετοχές, ομόλογα, πνευματική και βιομηχανική ιδιοκτησία, εμπορικό σήμα), όπως και για τη δυνατότητα μεταφοράς του συντελεστή δόμησης (!).

● Στο άρθρο 78 (φορολογικά) προτείνονται κίνητρα για σταθερό φορολογικό καθεστώς σε ιδιωτικές επενδύσεις στρατηγικής σημασίας.

● Στο άρθρο 81 που ορίζει τη συγκρότηση της κυβέρνησης εισάγεται η πρόταση του πρωθυπουργού για το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή που άναψε φωτιές στην ίδια την Κ.Ο της Ν.Δ., με προβεβλημένα κυβερνητικά στελέχη να εκφράζουν καθέτως και δημοσίως τη διαφωνία τους.

Παρέμβαση Μιχάλη Πικραμένου

Τις προτάσεις του ΣτΕ για τη συνταγματική αναθεώρηση απέστειλε χθες ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μιχάλης Πικραμένος στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον πρωθυπουργό, τον υπουργό Δικαιοσύνης και τους αρχηγούς των κομμάτων. Οι προτάσεις συνοδεύονται με επιστολή του κ. Πικραμένου ο οποίος στο διά ταύτα εκτιμά πως «οριακές και σημειακές μόνο βελτιώσεις επιδέχεται το ισχύον συνταγματικό κείμενο», καθώς «πέρα από αυτές μάλλον ελλοχεύει ο κίνδυνος κλονισμού της ισορροπίας και της συνοχής του».

Ακρίτας Καϊδατζής

Η αναθεώρηση ως επικοινωνιακός αντιπερισπασμός

Ακρίτας Καϊδατζής, αναπλ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ

Το μείζον πρόβλημα του Συντάγματος σήμερα δεν είναι το περιεχόμενο των διατάξεών του. Είναι ότι οι διατάξεις του –καλές ή κακές, μικρή σημασία έχει– δεν τηρούνται. Καταπατώνται με ανησυχητική συχνότητα, ενίοτε βάναυσα, και μαζί μ’ αυτές καταρρακώνονται το κράτος δικαίου και η δημοκρατία. Μόνο θυμηδία προκαλεί πλέον, για παράδειγμα, η συνταγματική διακήρυξη ότι το απόρρητο των επικοινωνιών είναι στη χώρα μας «απόλυτα απαραβίαστο» (άρθρο 19 παρ. 1). Ή ότι η Βουλή ασκεί δίωξη για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν υπουργοί κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (άρθρο 86 παρ. 1). Κούφια λόγια, που δεν αξίζουν ούτε το χαρτί στο οποίο είναι γραμμένα. Το πρόβλημα λοιπόν είναι πώς θα καταφέρουμε όσα επιτάσσει το Σύνταγμα να έχουν πραγματικές συνέπειες, να μην είναι μόνο φανταχτερές λέξεις.

«Δεν επιτρέπεται να νομιμοποιούμε συνταγματικά και να αποδεχόμαστε ως αφετηρία διαλόγου, ακόμα και προκειμένου να εκφράσουμε τη διαφωνία μας, μια πρόταση εμφανώς προσχηματική, που γίνεται για τη δημιουργία εντυπώσεων και μόνο»

Μιλώντας ενώπιον της Κ.Ο. του κυβερνώντος κόμματος, ο πρωθυπουργός δεν είπε κουβέντα για το πραγματικό –και επιτακτικά– ζητούμενο, τη διασφάλιση της τήρησης του Συντάγματος. Πρότεινε όμως σαρωτικές αλλαγές στο περιεχόμενο των διατάξεών του. Γιατί άραγε; Για να παραβιάζονται εφεξής «εκσυγχρονισμένες» συνταγματικές διατάξεις αντί των παλιών; Η πρόταση του πρωθυπουργού δεν έχει καμία απολύτως αξιοπιστία. Πώς είναι δυνατόν να διατείνεται ότι θα «βελτιώσει» το Σύνταγμα κάποιος η κυβέρνηση του οποίου ευθύνεται για βαρύτατες και κατ’ εξακολούθηση παραβιάσεις του;

Η εξαγγελθείσα αναθεωρητική πρωτοβουλία δεν είναι παρά ένας επικοινωνιακός αντιπερισπασμός. Οντας με την πλάτη στον (συνταγματικό) τοίχο για μια σειρά από σκάνδαλα κατά του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας –Τέμπη, παρακολουθήσεις, ΟΠΕΚΕΠΕ, απευθείας αναθέσεις κ.λπ.– η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανιστεί ως, δήθεν, «συνταγματικός μεταρρυθμιστής» και ταυτόχρονα συνταγματικός παίκτης. Που καθορίζει τη συνταγματική ατζέντα και προκαλεί συνταγματικο-πολιτικά γεγονότα, τα οποία απλώς ακολουθούν, εκόντες-άκοντες, οι υπόλοιποι πολιτικοί σχηματισμοί. Η εργαλειοποίηση της αναθεωρητικής διαδικασίας και ο συνακόλουθος ευτελισμός του Συντάγματος δεν θα μπορούσαν να είναι μεγαλύτερα.

Κάθε συζήτηση επί του περιεχομένου της εξαγγελθείσας αναθεωρητικής πρωτοβουλίας, ακόμα και η αρνητική κριτική, παίζει το επικοινωνιακό παιχνίδι των εμπνευστών της. Δεν μπορούμε –δεν επιτρέπεται– να συζητάμε για το Σύνταγμα με όσους το παραβιάζουν συστηματικά. Δεν επιτρέπεται να νομιμοποιούμε συνταγματικά και να αποδεχόμαστε ως αφετηρία διαλόγου, ακόμα και προκειμένου να εκφράσουμε τη διαφωνία μας, μια πρόταση εμφανώς προσχηματική, που γίνεται για τη δημιουργία εντυπώσεων και μόνο. Αν έχουν στοιχειώδη συνταγματική αντίληψη, τα κόμματα της δημοκρατικής τουλάχιστον αντιπολίτευσης οφείλουν να αρνηθούν κάθε συμμετοχή σε οποιαδήποτε διαδικασία, ακόμα και απλό διάλογο, επί της πρότασης. Αναθεωρητική διαδικασία που ξεκινά με πρόταση-παρωδία δεν μπορεί να καταλήξει σε τίποτε άλλο παρά σε αναθεώρηση-παρωδία.

Από την άποψη αυτή δεν παρέλκει απλώς, είναι επιζήμια οποιαδήποτε συζήτηση επί του περιεχομένου της πρότασης. Που, έτσι κι αλλιώς, συνιστά ένα αξιοθαύμαστο μίγμα συνταγματοποίησης του νεοφιλελευθερισμού και επιστροφής στο Σύνταγμα του 1952 του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού και του μετεμφυλιακού παρακράτους.

Μια οπωσδήποτε πρωτότυπη συναίρεση της ιδεολογίας του ακραίου Κέντρου και της άκρας Δεξιάς. Ιδεολογική είναι, άλλωστε, η μόνη άλλη πλην της επικοινωνιακής χρήση της πρότασης, με αποδέκτες συγκεκριμένα πολιτικά και δημογραφικά ακροατήρια, τα οποία προσπαθεί να κολακεύσει.

Κυρίως, όμως, η πρόταση είναι βαθιά αντιδημοκρατική. Ενα παράδειγμα. Με το σημερινό άρθρο 86 του Συντάγματος, τριάντα βουλευτές μπορούν, αν μη τι άλλο, να προκαλέσουν συζήτηση στη Βουλή και την ευρύτερη δημοσιότητα για ποινικές ευθύνες υπουργών. Η πρωθυπουργική πρόταση καταργεί τη δυνατότητα αυτή. Ποινικές ευθύνες υπουργών θα μπορούν να συζητηθούν στη Βουλή μόνο ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Δηλαδή του κ. Τζαβέλλα, της κυρίας Αδειλίνη, του κ. Ντογιάκου. Καταλάβαμε…

Γιάννης Δρόσος

Μα τόσο μικρόψυχοι;*

Γιάννης Δρόσος, ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα

Διάφοροι μικρόψυχοι απορρίπτουν ασυζητητί την «ατζέντα Μητσοτάκη για το νέο Σύνταγμα» («Real News», 10.5.2026) ως απόπειρα να αποσπασθεί η προσοχή από τις κακές πραγματικότητες που κατά συρροή προκαλεί η κυβέρνηση. Κακώς. Στην «ατζέντα» πρέπει σεβασμός. Ως συμβολή λοιπόν, ας δούμε αποσπασματικά μερικές ενδεικτικές πλευρές της, όπως εμφανίζονται στο υπό τον τίτλο «Συνταγματική Αναθεώρηση» κείμενο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας (7.5.2026). Εκεί προτείνονται:

● «Αποκάθαρση και εξορθολογισμός του Τύπου» (άρθρα 14 και 15). Αναγκαίο. Κατοχυρώνεται ειδικός αλγόριθμος φιλοκυβερνητικής κολακείας, ώστε η μοιρασιά κρατικού χρήματος να γίνεται αποκαθαρμένα και ορθολογικά, όχι με τυχάρπαστες λίστες.

● Παροχή ανώτατης εκπαίδευσης και από νομικά πρόσωπα με «μη κρατικό/μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα» (άρθρο 16). Εδώ τα χαλάμε. Η «ατζέντα», πέραν του ενδεχομένου να θυμώσει κανένα ευρωπαϊκό όργανο με την απαγόρευση κερδοσκοπίας εμπόρων, δείχνει έλλειψη σεβασμού προς το Ανώτατο Ακυρωτικό μας. Πώς να ανατρέπει, «ζωντανώς» εφαρμοζόμενες, συνταγματικές διατάξεις (ακόμη και ρητές απαγορεύσεις) στο μέλλον η Δικαιοσύνη, αν ο αναθεωρητικός νομοθέτης θεωρεί ότι η καινοτόμος απόφασή της δεν έχει καμία αξία χωρίς τελετουργική επικύρωσή της από τον ίδιο;

● Λήψη μέτρων για «την αποτελεσματική διαχείριση των υδάτινων πόρων» (άρθρο 24). Αναγκαία αποσαφήνιση. Πώς αλλιώς να αποφεύγαμε την πεπαλαιωμένη δυσκαμψία που θέλει τη διαχείριση του νερού υπό δημόσιο έλεγχο; Αν δηλαδή ένα fund μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά τον Καρπενησιώτη ή τον Μαραθώνα να του το απαγορεύσουμε;

«Για όσους θητεύσαμε στη διδασκαλία ή την καλλιέργεια του συνταγματικού λόγου, ακαδημαϊκούς διδάσκοντες (του υπογράφοντος μη εξαιρουμένου) ή και δικαστές, η εξεταζόμενη εδώ «πρόταση» είναι και νέμεσή μας»

● «Συνταγματική κατοχύρωση αρχών καλής νομοθέτησης» και «Κανόνες καλής κυβερνητικής λειτουργίας» (άρθρα 73 και 82). Επιτέλους! Προφανώς στην έλλειψη συνταγματικής πρόβλεψης οφείλονται νόμοι ενός άρθρου με είκοσι παραγράφους, τριάντα εδάφια και διακόσια ρουσφέτια η καθεμιά – νόμοι που αλλάζουν την αμέσως επόμενη νύχτα. Η αναθεώρηση χτυπά το κακό στη ρίζα του.

● «Θωράκιση θεσμικού ρόλου του βουλευτή κατά την επικοινωνία με την εκλογική του περιφέρεια» (άρθρο 60). Ηταν δίκαιο, γίνεται Σύνταγμα. Να μην μπορεί δηλαδή να απεμπλέξει έναν ΟΠΕΚΕΠΕ ο εκπρόσωπος του τοπικού λαού; Ούτε έναν φραπέ να μην μπορεί να κεράσει;

● «Δυνατότητα πρόβλεψης λειτουργικού ασυμβιβάστου βουλευτή/υπουργού και προσωρινής αναπλήρωσης» (άρθρο 81). Σωστό. Ετσι κατοχυρώνονται συνταγματικά οι αλλαξιές ρόλων, ώστε και ο αποτυχών βουλευτής να γίνεται βουλευτής και ο τοπικός του αντίπαλος υπουργός.

● Τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης γίνονται ένδεκα, αξιοποιούνται τα εγκαταλελειμμένα κτίρια, εισάγονται κρατική μέριμνα για προσιτή στέγη, αρχές της χρηστής διοίκησης, διαφάνειας, λογοδοσίας και αξιοκρατίας (άρθρα 16, 17, 21, 101). Πράγματι. Η απουσία συνταγματικής πρόβλεψης εμπόδιζε την εισαγωγή ενδεκαετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης, την αξιοποίηση εγκαταλελειμμένων κτιρίων, την κρατική μέριμνα για στέγη, και, κυρίως, παρά τον κάθιδρο αγώνα της κυβέρνησης, ακριβώς η έλλειψη συνταγματικής πρόβλεψης εμπόδιζε τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την αξιοκρατία. Και εδώ η «ατζέντα» θαρραλέα αντιμετωπίζει στη ρίζα τους χρόνιες παθογένειες.

Εύγε!

*Ζητήματα θεσμικής συγκρότησης της χώρας και συνταγματικής τάξης υπάρχουν αρκετά και πρέπει να αντιμετωπιστούν κατάλληλα. Δυστυχώς η κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος που δόθηκε στη δημοσιότητα, ως νομική εκφορά, περιεχόμενο και διατύπωση, και ανεξάρτητα από πολιτικά συμφραζόμενα, ακόμα και όταν αναφέρεται σε κάποια από αυτά, τελικά δεν είναι παρά μια ωμή χλεύη εκείνου που κάποτε γνωρίζαμε -με τη σφραγίδα των Κωνσταντίνου Τσάτσου, Ηλία Ηλιού, Αριστόβουλου Μάνεση- ως επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου και δημόσιο λόγο περί την πολιτεία. Για όσους θητεύσαμε στη διδασκαλία ή την καλλιέργεια του συνταγματικού λόγου, ακαδημαϊκούς διδάσκοντες (του υπογράφοντος μη εξαιρουμένου) ή και δικαστές, η εξεταζόμενη εδώ «πρόταση» είναι και νέμεσή μας: η δίκαιη αποκάλυψη της σταθερής κατάπτωσης του αντικειμένου που κληθήκαμε (και υποσχεθήκαμε) να αναπτύξουμε. Δεν είναι με χαρά που γράφω τις σειρές αυτές.

Γιώργος Γ. Σωτηρέλης

Μια αναθεωρητική πρωτοβουλία καταδικασμένη στην ανυποληψία

Γιώργος Γ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Οι προτάσεις της Ν.Δ. για συνταγματική αναθεώρηση επιβεβαιώνουν, κατ’ αρχάς, αυτό που είχα επισημάνει ήδη από τον προηγούμενο Νοέμβριο για τον ψευδεπίγραφο και αποπροσανατολιστικό χαρακτήρα αλλά και για την πλήρη αναξιοπιστία της συνταγματικής πολιτικής του κυβερνώντος κόμματος (το «στρίβειν διά του Συντάγματος», όπως το έχω βαφτίσει περιπαικτικά…). Επιπλέον όμως εντάσσουν απροκάλυπτα την αναθεώρηση στις μικροπολιτικές –και ήδη προεκλογικές– στοχεύσεις του, με μια αγωνιώδη προσπάθεια να την εμφανίσει σαν απόδειξη μεταρρυθμιστικής διάθεσης. Ωστόσο, πέρα από τις πολλές ελλείψεις της για κρίσιμα ζητήματα (π.χ. σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, εμβάθυνση πολιτικής συμμετοχής, εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, ουσιαστική ενίσχυση εξεταστικών επιτροπών, καταπολέμηση διαπλοκής, αποκοπή του ομφάλιου λώρου μεταξύ ΕΡΤ και κυβέρνησης, ουσιαστική ενίσχυση εξεταστικών επιτροπών, συνταγματικός έλεγχος πράξεων νομοθετικού περιεχομένου), η προβληματικότητα των προτάσεων είναι περισσότερο από προφανής. Οχι μόνον δεν υπηρετούν κάποιους σαφείς προγραμματικούς στόχους –αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα είχαν κατατεθεί στην αρχή της βουλευτικής περιόδου…– αλλά και δεν έχουν καμία εσωτερική συνοχή. Είναι πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα…

Ειδικότερα, οι προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας μπορούν να χωρισθούν σε τρεις κατηγορίες:

Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει κάποιες μεγαλόστομες τροποποιήσεις και προσθήκες που δεν έχει κανένα νόημα να ενταχθούν στο Σύνταγμα –ενισχύοντας απλώς τη «φλυαρία» που ήδη το χαρακτηρίζει– διότι αφορούν ζητήματα που μπορεί και πρέπει να απασχολήσουν τον κοινό νομοθέτη. Πρόκειται, ειδικότερα, για τις προτάσεις 1 (τεχνητή νοημοσύνη), 3 (γλώσσα, σημαία και έτη υποχρεωτικής φοίτησης), 6 (κλιματική αλλαγή κ.α.τ.), 15 (θεσμικός ρόλος βουλευτή), 16 (καλή νομοθέτηση) και 20 (καλή κυβερνητική λειτουργία, που αποσκοπούν απλώς σε εντυπωσιασμό, χωρίς καμία ουσιαστική συνεισφορά στον σχετικό πολιτικό και επιστημονικό διάλογο

«Είναι αυταπάτη να νομίζει κανείς ότι έχουμε να κάνουμε με μια μεταρρυθμιστική αναθεωρητική πρωτοβουλία που μπορεί να δώσει θεσμικές διεξόδους»

Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει προτάσεις είτε εντελώς ανούσιες είτε ατυχείς και εν δυνάμει επικίνδυνες, ιδίως αν αξιοποιηθούν επιτηδείως από μια μελλοντική απόλυτη πλειοψηφία στην επόμενη (αναθεωρητική) Βουλή. Στην κατηγορία αυτήν εντάσσονται ιδίως οι προτάσεις 8 (εξαετής θητεία Προέδρου της Δημοκρατίας – πραγματικά εκτός τόπου και χρόνου…), 9 (αυτοδιάλυση της Βουλής), 11 (γενίκευση επιστολικής ψήφου), 14 (κατάργηση του συνταγματικού χαρακτήρα των κωλυμάτων εκλογιμότητας και των ασυμβιβάστων, 17 (φορολογία), 18 (δημοσιονομική ισορροπία), 19 (ασυμβίβαστο βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας) και 28 (μονιμότητα, αξιολόγηση).

Τέλος, υπάρχουν και διατάξεις οι οποίες θα μπορούσαν κατ’ αρχήν να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης, όπως οι περιλαμβανόμενες στις προτάσεις 2 (Τύπος και Ραδιοτηλεόραση), 3 (Ιδιωτικά Πανεπιστήμια), 4 (ιδιοκτησία), 5 (προσιτή στέγη και διαγενεακή δικαιοσύνη και αλληλεγγύη), 7 (δημοκρατική οργάνωση κομμάτων), 10 (δημοψηφίσματα), 12 (εκλογικό σύστημα), 13 (υποβιβασμός ηλικίας ως προς το δικαίωμα του εκλέγεσθαι), 21 (ποινική ευθύνη υπουργών), 22 (άσκηση άλλων έργων από εν ενεργεία ή συνταξιούχους δικαστές), 23 (επιλογή ηγεσίας Δικαιοσύνης), 24 (προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας), 25 (αποκέντρωση), 26 (επιλογή ηγεσίας ανεξάρτητων αρχών) και 27 (αυτοδιοίκηση). Ωστόσο, πέρα από το ότι οι περισσότερες από τις προτάσεις αυτές είτε είναι ασαφείς ή/και ελλιπείς είτε κινούνται –με ελάχιστες εξαιρέσεις– σε λάθος κατεύθυνση, μια τέτοια συζήτηση θα προϋπέθετε εντελώς διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον, όπου θα κυριαρχούσαν αφ’ ενός μεν η θεσμική αξιοπιστία της κυβέρνησης –που έχει καταρρακωθεί από τη θλιβερή στάση της στην αντιμετώπιση των σκανδάλων–, αφ’ ετέρου δε η πολιτική υπευθυνότητα και ο νηφάλιος και εποικοδομητικός διάλογος.

Με δεδομένο όμως ότι τέτοιες προϋποθέσεις δεν συντρέχουν, είναι αυταπάτη να νομίζει κανείς ότι έχουμε να κάνουμε με μια μεταρρυθμιστική αναθεωρητική πρωτοβουλία που μπορεί να δώσει θεσμικές διεξόδους. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια μικροκομματική πομφόλυγα που είναι βέβαιο ότι θα έχει τελικά την τύχη που της αξίζει: θα βυθιστεί σύντομα στην ανυποληψία και στη λήθη, με μια αίσθηση συνολικής απαξίωσης τόσο της κυβέρνησης, ειδικά, όσο και του πολιτικού συστήματος, γενικότερα, ως προς τη δυνατότητά τους να ανταποκριθούν στις προκλήσεις των καιρών…

Σπύρος Βλαχόπουλος

Τα αναγκαία θεσμικά αντίβαρα

Σπύρος Βλαχόπουλος, καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Εάν έπρεπε κάποιος να απαντήσει στο ερώτημα ποιο είναι το βασικό πρόβλημα στη λειτουργία του πολιτεύματός μας, δεν θα δυσκολευόταν καθόλου. Πρόκειται για το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα και την έλλειψη ισχυρών και αποτελεσματικών θεσμικών αντιβάρων. Ο εκάστοτε πρωθυπουργός δεν ελέγχει πλέον μόνον την κυβέρνηση και γενικότερα την εκτελεστική εξουσία, αλλά και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και, μέσω αυτής, τη Βουλή στις κρίσιμες αποφάσεις της. Οι παραδοσιακοί όροι του κοινοβουλευτικού συστήματος έχουν πλέον αντιστραφεί: Δεν ελέγχει πλέον η Βουλή την κυβέρνηση, αλλά η κυβέρνηση (δηλαδή ο πρωθυπουργός) τη Βουλή. Οι αποφάσεις βέβαια της κυβέρνησης ελέγχονται από τα δικαστήρια. Μόνο που η δικαστική εξουσία δεν αποτελεί από μόνη της αποτελεσματικό θεσμικό αντίβαρο για πολλούς λόγους, που σχετίζονται μεταξύ άλλων με την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση και την απουσία δικαστηρίου που θα ελέγχει τις οργανωτικές συνταγματικές διαφορές (π.χ. «ψήφος Αλευρά», επιστολικές ψήφοι που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Κανονισμού της Βουλής κ.λπ.).

Στο κείμενο διαβούλευσης που υποβλήθηκε στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, υπάρχουν ορισμένες θετικές προτάσεις. Ενδεικτικά αναφέρω την κατάργηση της διάλυσης της Βουλής για υποτιθέμενο εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας και τον προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο προκειμένου να καμφθεί η προφανής ανασφάλεια δικαίου σε κρίσιμα θέματα. Σε θετική κατεύθυνση κινείται επίσης και η μείωση του ρόλου της Βουλής στη διαδικασία της ποινικής δίωξης των υπουργών. Από την άλλη, υπάρχουν και προτάσεις που, αν υιοθετηθούν, θα δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα, όπως η αόριστη αναφορά για έλεγχο των προϋποθέσεων συμμετοχής των πολιτικών κομμάτων στις εκλογές και η κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων (τα όποια προβλήματα της δημόσιας διοίκησης σχετίζονται με την εφαρμογή των κείμενων νόμων και όχι με τη διατύπωση του Συντάγματος).

«Ενώ η συνταγματική αναθεώρηση είναι αναγκαία για την άμβλυνση της παντοδυναμίας του εκάστοτε πρωθυπουργού και τη θεσμοθέτηση αποτελεσματικών θεσμικών αντιβάρων, οι προβλέψεις για το εάν πράγματι πρόκειται να γίνει δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξες»

Το κυριότερο πάντως ζήτημα με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν, εντοπίζεται στην έλλειψη τολμηρών προτάσεων που θα αντιμετωπίζουν το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα και την έλλειψη αποτελεσματικών αντιβάρων. Απουσιάζει έτσι η ενίσχυση του ελεγκτικού ρόλου της Βουλής απέναντι στην κυβέρνηση, ιδίως μέσω της ενίσχυσης των δικαιωμάτων της αντιπολίτευσης (π.χ. θεσμοθέτηση της προεδρίας κάποιων κοινοβουλευτικών επιτροπών από βουλευτές της αντιπολίτευσης). Απουσιάζει επίσης η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας (π.χ. μέσω της συμμετοχής του στη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και των μελών των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών), όπως επίσης και η πρόβλεψη ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου που θα ελέγχει τις οργανωτικές συνταγματικές διαφορές που σήμερα δεν ελέγχονται από κανέναν.

Πάντως, ενώ η συνταγματική αναθεώρηση είναι αναγκαία για την άμβλυνση της παντοδυναμίας του εκάστοτε πρωθυπουργού και τη θεσμοθέτηση αποτελεσματικών θεσμικών αντιβάρων, οι προβλέψεις για το εάν πράγματι πρόκειται να γίνει δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξες. Καταρχάς, όσο περισσότερο πλησιάζουμε σε βουλευτικές εκλογές, τόσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τη νηφαλιότητα και το ήρεμο πολιτικό κλίμα, που είναι προϋπόθεση για έναν πραγματικό διάλογο για τη συνταγματική αναθεώρηση. Πέραν όμως τούτου, σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό, όπως το σημερινό, μοιάζει μάλλον απίθανο να επιτευχθούν οι αυξημένες πλειοψηφίες που απαιτεί το Σύνταγμα για τη συνταγματική αναθεώρηση. Και το πραγματικό πρόβλημα που οδηγεί στην κρίση της δημοκρατίας μας δυστυχώς θα παραμένει…

Τάκης Κ. Βιδάλης

«No Kings»; Πώς τα φέρνει η αναθεώρηση!

Τάκης Κ. Βιδάλης, συνταγματολόγος, εμπειρογνώμονας στην Ε.Ε.

Το περιεχόμενο της κυβερνητικής πρότασης για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν εκπλήσσει. Υπάρχουν όμως δύο ιδίως σημεία που πρέπει να συγκεντρώσουν την προσοχή μας, πέρα από τις εκθέσεις ιδεών περί τεχνητής νοημοσύνης, διαγενεακής αλληλεγγύης, δημοψηφισμάτων, «καλής» νομοθέτησης κ.λπ.

Το πρώτο σημείο είναι η προσπάθεια ελέγχου -πέρα από τη δικαστική- και της νομοθετικής λειτουργίας από την εκτελεστική. Αυτό είναι το στίγμα που αφήνει η πρόταση εξάρτησης της ίδρυσης και λειτουργίας των κομμάτων από ειδικό νόμο (δηλαδή από τις διαθέσεις της κυβερνητικής πλειοψηφίας), η πρόταση «αυτοδιάλυσης» της Βουλής οποτεδήποτε (δηλαδή όποτε το θέλει η κυβέρνηση) και βέβαια η πρόταση για τη διασφάλιση «εύλογης» αναλογικότητας (!) και «κυβερνησιμότητας» (sic) του εκλογικού συστήματος. Και οι τρεις αυτές προτάσεις οδηγούν προοπτικά σε κόμματα «αρεστών», σε μια Βουλή η ζωή της οποίας θα βρίσκεται υπό διαρκή αίρεση και, βέβαια, σε αυτοδύναμες κυβερνήσεις (από τους «αρεστούς», εννοείται) αναντίστοιχες με την έκφραση του εκλογικού σώματος: οριακά, η δυσαναλογία ψήφων και εδρών δεν θα είναι παράλογη στο σχήμα αυτό.

«Γιατί η πρεμούρα της αναθεώρησης του άρθρου 16; Μόνη εξήγηση είναι ο φόβος που εξακολουθεί να προκαλεί η δεσμευτικότητα του Συντάγματος»

Ας συνδυάσουμε τα παραπάνω με τη διατήρηση των δεσμών εξάρτησης της δικαστικής λειτουργίας, όπως προκύπτει από την επιλογή των ανώτατων δικαστών μέσω μιας ασαφούς «κοινοβουλευτικής επιτροπής», στην οποία δεν μπορεί να φανταστεί κανείς πλειοψηφία άλλη από την κυβερνητική. Και ας τα συνδυάσουμε με τη θωράκιση της προστασίας των ποινικά ύποπτων υπουργών, όπως προκύπτει από τη διατήρηση του αποφασιστικού ρόλου της Βουλής στο ερώτημα της δίωξης (τι θα γίνεται άραγε, αν παρά την πρόταση του εισαγγελέα η Βουλή αποφασίσει την απαλλαγή; Θα πεισθούμε ότι λειτουργεί η Δικαιοσύνη για τους «εκλεκτούς»;). Το συμπέρασμα δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια παντοδύναμη εκτελεστική λειτουργία, δηλαδή μια παντοδύναμη κυβέρνηση, δηλαδή ένας παντοδύναμος πρωθυπουργός με τον δικό του κύκλο στο κάστρο του Μαξίμου. Με δύο λέξεις: επιτελικό κράτος!

Το δεύτερο σημείο όμως έχει μια βαθύτερη σημασία. Είναι η πρόταση για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Ποιος ήταν ο λόγος που διατυπώθηκε, όταν ο κ. Πιερρακάκης, οι δύο πιο προβεβλημένοι συνταγματολόγοι της χώρας (Ευ. Βενιζέλος και Ν. Αλιβιζάτος) και τελικά το ίδιο το ΣτΕ μάς διαβεβαίωσαν ότι το ευρωπαϊκό δίκαιο καταργεί τη συνταγματική απαγόρευση και πάντως «οι καιροί έχουν αλλάξει», σπεύδοντας να νομιμοποιήσουν κάποιες «μη κερδοσκοπικές» (sic!) επιχειρήσεις; Γιατί λοιπόν η πρεμούρα της αναθεώρησης του άρθρου 16; Μόνη εξήγηση είναι ο φόβος που εξακολουθεί να προκαλεί η δεσμευτικότητα του Συντάγματος – ακόμη και ενός τόσο απαξιωμένου από την εξουσία Συντάγματος εδώ και δεκαετίες. Ο φόβος αυτός είναι και η δική μας ελπίδα να σταματήσουμε κάποτε την αυθαιρεσία των κρατούντων. Η απαίτηση «No Kings» είναι ήδη επίκαιρη και για τη δημοκρατία μας…

* Το βιβλίο του Τ. Κ. Βιδάλη για το Σύνταγμα ως όπλο, «Το φρούριο των πολιορκητών. Ανατομία ενός όπλου», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εύμαρος


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ: -- Πηγή: EFSYN.GR


VIDEOS

val m amo

Δείτε επίσης...

ΜΑΣ ΕΧΟΥΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΘΕΙ.....ΕΣΕΙΣ;

Σ' αναμμένα Κάρβουνα
Τάτσης Άγγελος - Τζίμα Αριστέα - Οδοντοτεχνικό Εργαστήριο
Ασφάλειες Γεωργιάδης - HG Brokers SA
RATECH - Τεχνικό Γραφείο Αναλκυστήρων
Cookies user preferences
We use cookies to ensure you to get the best experience on our website. If you decline the use of cookies, this website may not function as expected.
Accept all
Decline all
Analytics
Tools used to analyze the data to measure the effectiveness of a website and to understand how it works.
Google Analytics
Accept
Decline
Save